ΑΘΗΝΑ ΣΧΙΝΑ

 

Το Τοπίο ως Κατάθεση Ψυχής

 

Για τον ζωγράφο Σοφοκλή Χρήστου, η τέχνη είναι ένα είδος καθημερινής άσκησης και αξιοθαύμαστης πειθαρχίας σε περιοχές που έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη βούληση, τον ζήλο για ζωή και την επιθυμία του ίδιου του καλλιτέχνη να φτάσει σε οριακά σημεία την εκφραστική του δυνατότητα, σε σχέση με την παρατήρηση και την εικαστική μεταποίηση της σε έργο. Έργο αισθαντικό, γεμάτο δύναμη και πνοή.

 

Αν δεν γνώριζε κανείς τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη, εύκολα θα μπορούσε να πιστέψει πως οι πίνακές του, με μολύβι και κυρίως με σινική μελάνη, προέρχονται από έναν δημιουργό που είναι απόλυτα προσηλωμένος στο θέμα, το οποίο αναπαράγει στα πλαίσια του φωτογραφικού ρεαλισμού.

 Έστω κι απ’ αυτήν ακόμη την άποψη, αν δηλαδή ο θεατής παρερμήνευε την ζωγραφική δεινότητα του Σοφοκλή Χρήστου, πάλι η πραγματικότητα του ίδιου του έργου θα τον διέψευδε, γιατί δεν πρόκειται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για μια μηχανική μέθοδο απόδοσης του ορατού.

Πρόκειται για εμψυχωμένη αναδημιουργία φύσης και ζωής των τοπίων του, που περιλαμβάνουν κτίσματα λατρείας και προσκυνήματα, τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος, τα οποία μεταφέρουν βιώματα και μνήμες μετουσιωμένες, καθώς αιωρούνται στο χρόνο, αιχμαλωτίζοντας σε κάθε πτυχή τους, το φως. Ένα φως, που αναγλυφοποιεί τους όγκους και παράλληλα τους περιθάλπει, με μια μεγάλη διαβάθμιση σκιάσεων, έτσι ώστε το βλέμμα να υποκαθίσταται απ’ την απτότητα της χειρονομίας και την αβρότητα ενός ύφους που αποπνευματώνει την ύλη.

 

            Ο Σοφοκλής Χρήστου, το τραύμα το έχει μετατρέψει σε θαύμα, υπερακοντίζοντας κάθε δυσκολία, με βάση την πίστη του, πώς και τα ανέφικτα μπορούν να γίνουν εφικτά, αρκεί να ευρεθεί έστω και ένας κόκκος σινάπεως. Αυτόν τον κόκκο σινάπεως καλλιεργεί ο ίδιος καθημερινά κι εκείνος ο κόκκος είναι που βλασταίνει πάνω στην πέτρα της υπομονής και της απαντοχής.

 

            Ο ζωγράφος αυτός είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς υπαιθριστές της νεώτερής μας τέχνης, διατυπώνοντας εικαστικά και διαμέσου της φύσης, τις πορείες του φωτός σε όλες τους τις διακυμάνσεις, ανά ώρες και εποχές. Επιλέγει τα χρονικά εκείνα διαστήματα που η αιγλοβολία του τοπίου φτάνει στο κατάλληλο σημείο, έτσι ώστε να παρουσιάζεται, ως αίσθηση, η μετάπραξη της λεγόμενης αναμόρφωσης, η οποία δεν αφίσταται του συγκεκριμένου, διαθέτοντας ωστόσο τη δυνατότητα να το αποκαθηλώνει ο Σοφοκλής Χρήστου από το γήινο βάρος του.

 

            Ερειπιώνες αρχαίων Ελληνικών ναών, εκκλησάκια και δρομάκια σε λόφους και οικισμούς παίρνουν σάρκα και οστά, από το πενάκι του Σοφοκλή Χρήστου, χωρίς εκείνος πιστά να ακολουθεί, να ποδηγετείται και να σχεδιάζει τα περιγράμματα. Ζωγραφίζει τις σκιές με λεπτές γραμμώσεις και από την πύκνωση ή την αραίωση τους, αποδίδει τις εντάσεις ή τις υφέσεις των τόνων. Κι είναι σαν να χαϊδεύει, με τον τρόπο αυτό, τις ρηχές κυψέλες ή τα βαθιά λαγούμια του γκρίζου που φτάνει μέχρι τα βάθη του μαύρου, όπως φανερώνεται σε κάθε πόρο της πέτρας, σε κάθε φλούδα κορμού, σε κάθε φύλλωμα δέντρου, στους κόκκους της άμμου, στους ελαφρούς κυματισμούς της θάλασσας, στα ταπεινά ακόμη χόρτα του ξέφωτου ή στις παραμικρές κλίσεις που παίρνει η τοιχοδόμηση των κτιρίων μέχρι τις φθαρμένες τις γωνιές, εκεί όπου ο άνεμος έχει απαλύνει τις αιχμές και η ανθρώπινη χειρονομία έχει απαλείψει τις ακμές και των πλέον γεωμετρημένων οικοδομημάτων.

 

            Η μέθοδος του Σοφοκλή Χρήστου, ως εικαστική γραφή, θα μπορούσε να μας είχε αποκαλύψει και έναν μεγάλο επίσης χαράκτη, εκτός από έναν σημαντικό ζωγράφο που είναι, εκφραζόμενος ο ίδιος σύμφωνα με το στίχο του Πινδάρου, μέσα από τις σκιές των πραγμάτων, για να θυμηθούμε εκείνο το αλησμόνητο «σκιάς όναρ γαρ άνθρωπος». Ο καλλιτέχνης όμως επιμένει και εμείς τον ακολουθούμε.

Δεν είναι το θέμα, μας διαμηνύει η ευκρινής ζωγραφική του ή τουλάχιστον δεν είναι μόνον αυτό. Το θέμα είναι διάμεσο για την κατάθεση ψυχής, καθώς αποτυπώνεται ως ιχνηλασία των κραδασμών της. Το θέμα είναι απλώς η αφορμή, ενώ το κέντρο βάρους της συγκεκριμένης εκφραστικής παραμέτρου πέφτει στον τρόπο που το ίδιο αυτό εξεικονίζεται ως μια συνομιλία ψιθύρων, ρυθμικών ιδιαιτεροτήτων και εναρμονισμένων αντιθέσεων που εντοπίζονται στα κράσπεδα της μορφοποίησης, εκεί που γεννιόνται, συλλαβίζονται οι όγκοι της ύλης μέσα από τους φθόγγους τους και την ίδια στιγμή εξαφανίζονται όπως οι οπτασίες.

 

            Τις καταφυγές και αποκαθηλώσεις του φωτός ζωγραφίζει ο Σοφοκλής Χρήστου, μέσα από τις αντανακλάσεις και τα σκοτάδια που αφήνει το πέρασμά τους. Τα χέρια του έχουν γίνει φτερούγες και τα μάτια του, που μας μεταγγίζουν την εσωτερική δόνηση της συναισθαντικής του όρασης, διακεντούν την επιφάνεια, μετατρέποντας την σε μια δαντέλα. Κατ’ αυτή την έννοια, τα τοπία του μετατρέπονται σε χαλιά προσευχής κι εκείνος με το πενάκι, που έχει γίνει σαν κομποσκοίνι του, ιχνηλατεί τα φανερά για να μας υποδείξει τον μουσικό σχέδιο μελισμό των αφανέρωτων. Χειροποιεί και υμνωδεί το φως ο Σοφοκλής Χρήστου, για να αποκαλύψει, μέσα από τις αντηχήσεις, την αχειροποίητη φύση του. Ταυτοχρόνως, μνημειώνει την στιγμιαία αποτύπωση για να υποδηλώσει την άπιαστη και φευγαλέα συγκίνηση, εκείνη που λειτουργεί ως έναυσμα για τις διαδρομές του ου και της φαντασίας.

 

            Η σύνθεση του είναι στέρεα, η προοπτική δανείζεται την αναγεννησιακή ενατένιση, απουσιάζει ωστόσο η εγκεφαλικότητα. Γιατί, πίσω από το σημείο προσπέλασης του θεατού, δεν καραδοκεί , όπως παρατηρούμε, ένα βλέμμα βασανισμένο στην λογική και στην βεβαιότητα της ασφάλειας, αλλά διαισθανόμαστε να υπάρχει ένας χτύπος καρδιάς που αγωνιά και ανιχνεύει την επιφάνεια, μετατρέποντάς την σε απαστράπτουσα και ασπαίρουσα, όπως με ανάλογο τρόπο μεταμορφώνεται στη συνέχεια και το βάθος.

 Ένα βάθος φωταυγές και διαφανές, καθώς ο Σοφοκλής Χρήστου ιχνοβατεί με τη γραφίδα του στις παρυφές του σκηνώματος της ύλης, ψαύοντας το δέρμα της πέτρας και αλλού της χλωροφύλλης, σε τόνους ασπρόμαυρους, όπως φαντάζουν τα όνειρά μας, που φλέγονται αλλά δεν καίγονται από το πάθος ζωής, μεταφράζοντας στις επιφάνειές του ο ίδιος ο ζωγράφος, όψεις από την ελεγεία της.

 

            Μέσα από τα έργα του ο καλλιτέχνης, μας ταξιδεύει σε μια Ελλάδα συμβόλων, αρχετύπων και καθημερινότητας. Ουσιαστικά, μας συνοδεύει, δείχνοντας μας τα γνωστά ως άγνωστα, τα εφήμερα ως παντοτινά, τα λησμονημένα ως παρόντα στον λειτουργικό εκείνο χρόνο του νυν και του αεί, αφήνοντας για τον εαυτό του την «ομορφιά», καθώς έλεγε και ο ποιητής, «απ’ το ωραίο ταξίδι». Κι εμείς, αφοπλισμένοι τον ακολουθούμε, προσπαθώντας να αφουγκραστούμε την πνοή των τόπων και των τοπίων του, καθώς πνευματικά μας ευαισθητοποιούν, συνεγείροντας όλες μας τις αισθήσεις.