Ευχαριστώ πολύ αυτά τα παιδιά και όσα ακόμη θα ακουμπήσει την ψυχή τους η ζωγραφική μου.
Ευχαριστώ πολύ, όλους εσάς, που θα προσπαθήσετε να με γνωρίσετε μέσα από τα έργα μου.
Τέλος, ευχαριστώ την ίδια τη ζωή που μου χαρίζει τη δύναμη να αισθάνομαι και να εκφράζομαι δημιουργικά
δικαιώνοντας την μεγάλη της αξία.
Πάνω απ' όλα όμως, ευχαριστώ τον Θεό, που με άφησε να ζήσω, κατορθώνοντας με την τέχνη μου, να σας απευθύνομαι.

Πάνω απ' όλα όμως, ευχαριστώ τον Θεό, που με άφησε να ζήσω, κατορθώνοντας με την τέχνη μου

 

Portr

       Π         εριδιαβάζοντας αυτή την ιστοσελίδα, ελπίζω να σας δοθεί η ευκαιρία να
γνωρίσετε και να επικοινωνήσετε, μέσα έστω από τη φωτογραφική της αποτύπωση,
ένα σημαντικό μέρος της δουλειάς μου.
Πίσω, ωστόσο από αυτό, υπάρχει μια μικρή, ιστορία. 
Είναι η δική μου προσωπική ιστορία, την οποία σκέφτηκα να τοποθετήσω μετά το
τέλος της παράθεσης των έργων μου, σαν κατακλείδα. 

Οι πιο ειδικοί όμως με απέτρεψαν, λέγοντας μου πως δεν συνηθίζεται 

ο καλλιτέχνης να απευθύνεται «στο τέλος».

Εσείς, πάντως, θέλω να ξέρετε, πως πρώτιστα με ενδιαφέρει μια συνάντηση

μαζί σας μέσα από τα έργα μου, και κατόπιν όλα τα άλλα.

             

Επιθυμώ την αμερόληπτη γνώμη σας κι ύστερα, αν θέλετε, μπορείτε να συνεχίσετε να διαβάσετε τα λίγα αυτά λόγια,
που σκιαγραφούν, σε γενικές γραμμές, την πορεία μου, μέχρι σήμερα, στη ζωή.

 

Γεννήθηκα σε μια συνοικία της Αθήνας, στο Θησείο, σε καιρούς δύσκολους και ταραγμένους.

Στην ηλικία των 11 χρόνων έπαιζα το παιχνίδι του πολέμου, όπως και πολλά άλλα παιδιά τότε, πηδώντας ξημερώματα απ' το παράθυρο του δωματίου μου ακολουθώντας εντολές των υπευθύνων της ΕΠΟΝ.
Και όταν το '44 διαφαινόταν πια η απελευθέρωση, στις 5:00 το πρωί κάποιας Τετάρτης, η άρνηση στα γερμανικά προστάγματα να σταματήσω,

μου στέρησε δύο χέρια, ένα μάτι και ο ίδιος αυτός εκρηγνυόμενος όλμος δημιούργησε έναν χάρτη βλημάτων στο κορμί μου. 

 

Θα μπορούσε να ήταν εύκολα και το τέλος της ζωής μου. Όμως επέζησα και αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να ονειρεύομαι.

Διαπίστωσα επώδυνα και αργά, ότι η «διαφορετικότητα» γεννά προκατάληψη, δυσπιστία, περιέργεια και οίκτο.
Οι παιδικοί φίλοι σε αρνούνται, τα σχολεία δεν σε δέχονται, αργότερα σε απολύουν και από αυτήν τη Δημοτική Πινακοθήκη Αθηναίων ακόμη,

ως ανίκανο προς εργασία, έπειτα μάλιστα από 12 χρόνια υπηρεσίας!...

 

Επειδή όμως πιστεύω στο σοφό, όσο και κοινότοπο ρητό «κάθε εμπόδιο για καλό» και επειδή συμφωνώ με τη σκέψη του Ραφαήλ

(και συγχωρέσετε με, αν είμαι ανακριβής), ότι ένας πραγματικός ζωγράφος μπορεί να ζωγραφίσει και χωρίς χέρια, τελείωσα την Σχολή Καλών Τεχνών και - όσο ειρωνικό και αν ακούγεται αυτό για μένα - με καθηγητές που μου επιτρέπουν να μακαρίζω την τύχη μου, όπως ο Αργυρός,
ο Γεωργιάδης, ο Παπαλουκάς, ο Μόραλης και ο Παρθένης.

 

Πολλοί πιστεύουν, ότι αποζητώ μιαν απάντηση στη μοίρα και ότι η ζωγραφική μου έχει καθαρά υπαρξιακές και βιωματικές αφετηρίες.
Όμως εγώ ξεκινώ από ένα πολύ απλό ερώτημα: Τι άλλο να κάνω;
Τι να αντιπαραθέσεις στην ατυχία της στιγμής, στο ίδιο αυτό το ατύχημα,
στην ασχήμια και στον πόνο, αν όχι την ίδια την ομορφιά, τη δημιουργία, το κέφι και τη χαρά;
Και πώς να τα πετύχεις όλα αυτά χωρίς θέληση, πείσμα και επιμονή, χωρίς πίστη;

 

Αυτές τις σκέψεις, καταφέρνω πολύ απλά και πολύ εύκολα να τις κοινωνώ αμεσότερα με τα παιδιά, σε μία αμφίδρομη σχέση ηθικής
και ψυχικής τόνωσης, γιατί θεωρώ ότι τα παιδιά είναι εκείνα που έχουν ανάγκη υποστήριξης στα πρώτα δειλά βήματα τους στον κόσμο.
            Έτσι, μέγιστο μέλημα μου είναι να τους στέλνω μηνύματα αγάπης και πάθους για τη ζωή, σκληρής και αδιάκοπης προσπάθειας, θέλησης και αισιοδοξίας (και έχω πολλές ευτυχώς τέτοιες ευκαιρίες, μέσα από τις επισκέψεις των σχολείων στις εκθέσεις μου, που διοργανώνονται).
Ευκαιρίες να τους αποδείξω έμπρακτα, ότι δεν υπάρχει το «δεν μπορώ», αλλά μόνο το «δεν θέλω».
            Και εκείνα, με ανταμείβουν
με τις λίγες σκέψεις που μου αφήνουν, όπως:
«Ο κύριος Χρήστου ζωγραφίζει με γραμμές οριζόντιες ή κάθετες» ή
«Το έργο που μου άρεσε πιο πολύ ήταν ο Μανάβης της Γειτονιάς, τον ευχαριστώ που μας μίλησε σαν να ήμασταν μεγάλοι» ή
«Τα λόγια που μας είπε για την ζωή του και την τέχνη του, έχουν μείνει βαθιά χαραγμένα στο μυαλό και την ψυχή μου.
Μακάρι να είχα έναν πίνακά του στο δωμάτιο μου!».